θεράπων


θεράπων
ὁ θεράπων, οντος слуга (ср. Ферапонт)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "θεράπων" в других словарях:

  • θεράπων — Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Διετέλεσε επίσκοπος Κύπρου. Δεν είναι γνωστό πότε μαρτύρησε. Το λείψανό του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη κατά τον 16ο αι. Η μνήμη του τιμάται στις 14 Μαΐου. 2. Διετέλεσε πρεσβύτερος των Σάρδεων.… …   Dictionary of Greek

  • θεράπων — θέραψ masc gen pl θεράπων An Ox. masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεραπόντεσσιν — θεράπων An Ox. masc dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεραπόντοιν — θεράπων An Ox. masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεραπόντων — θεράπων An Ox. masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεράπον — θεράπων An Ox. masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεράποντα — θεράπων An Ox. masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεράποντας — θεράπων An Ox. masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεράποντε — θεράπων An Ox. masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεράποντες — θεράπων An Ox. masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεράποντι — θεράπων An Ox. masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)